μεγίστη Ἑλληνικὴ λέξις

 


Ἡ μεγίστη λέξις τῆς Ἑλληνικῆς προέρχεται ἐκ τῆς κωμῳδίας «Ἐκκλησιάζουσαι» στ.1169-1174 τοῦ Ἀριστοφάνους, παρουσιάζουσα μαγειρικήν τινα συνταγήν, ὡς ἑξῆς:

« λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεο-κρανιολειψανοδριμυποτριμματο-σιλφιοκαραβομελιτοκατακεχυμενο-κιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυον-οπτοκεφαλλιοκιγκλοπελειολαγῳο-σιραιοβαφητραγανοπτερύγων ».

Ἐγκαρδίως σᾶς συστήνω νὰ ἀποφύγετε τὴν παρασκευὴν τοῦ ἐδέσματος κατ᾽ἰδίαν! :-D


Ἡ λέξις ἔχει ἠχογραφηθῇ σὲ ἀνασυντεθειμένη ἀρχαίαν Ἑλληνικὴ προφορά, μὲ τήρησιν τῶν συλλαβικῶν ποσοτήτων, ὥστε νὰ ἀναφανῇ ῥυθμός καὶ μέτρον της.

 


Τὰ ἀπαιτούμενα συστατικά:

λοπάς (γεῦμα )
τέμαχος (φέτα ψαριοῦ )
σέλαχος (σελάχι )
γαλεός (σκυλόψαρο )
κρανίον (κεφάλι )
λείψανον (ὑπόλοιπα )
δριμύς (πικάντικα )
ὑπότριμμα (γεν. διάφορα ὑλικὰ κοπανιστά )
σίλφιον (εἶδος τοῦ φυτοῦ «νάρθηκας» )
κάραβος (κάβουρας )
μέλι (…μέλι )
κατακεχυμένος (περιχυμένο τελείως )
κίχλη (τὸ πουλὶ «τσίχλα» )
ἐπί (πάνω σὲ )
κόσσυφος (κοτσύφι )
φάττα (φασοπερίστερο )
περιστερός (οἰκιακὸ περιστέρι )
ἀλεκτρυών (κοκκοράκι/κωττόπουλο )
ὀπτός (ψητός )
κεφάλιον (κεφαλάκι )
κίγκλος (ὑδρόβιο πτηνό )
πέλεια (μαῦρο βραχοπερίστερο )
λαγῷος (λαγός )
σίραιον (βρασμένο νέο κρασί )
βαφή (σάλτσα βουτήματος )
τραγανός (τραγανό )
πτέρυξ (φτερό )


[mc4wp_form]

For the time being the website is updated only in English. Thank you!
+