«Ποίημα τῶν Ἀδελφῶν», Σαπφώ

 


Σαπφώ ποίημα 'ἀρχαῖα Ἑλληνικά' Στρατάκης


Εἶναι ἀφάνταστη χαρά, ὅσο ζῇς νὰ γίνεσαι μάρτυς τῆς ἀνακαλύψεως ἑνὸς ποιήματος χιλιάδων ἐτῶν καὶ πόσον ἐνθουσιασμὸ πρέπει νὰ ἔνοιωσε ὁ καθ. Dirk Obbink ἔχοντας μπροστά του αὐτὸν τὸν ἀρχαῖο πάπυρο! Εἶναι ἕνας εὐτυχὴς ἄνθρωπος, ποὺ κατέστησε κι ἄλλους ἀκόμη λίγο εὐτυχεστέρους.

Τὸ νέο ἔργο εἶναι ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις ἀπαιτητικό, οἱ εἰδήμονες πρέπει νὰ τὸ ἐλέγξουν ἐξονυχιστικά, μὰ εἶναι καὶ γιὰ μένα ἀπαιτητικό, μὲ ἄλλον ὅμως τρόπο.
Γιὰ νὰ ἀποδωθῇ, χρειάζεται νὰ γνωρίζωμε, ἢ νὰ φαντασθοῦμε, σὲ ποιόν ἀπευθύνεται· κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ βρίσκεται μεταξὺ τοῦ ἐσωτερικοῦ σου ἑαυτοῦ, ἑνὸς τεραστίου κοινοῦ, τῆς φύσεως, μιᾶς θεότητος ἢ ὁ,τιδήποτε ἄλλου… Ἡ προσπάθεια νὰ ἀποδώσῃς κάποιο νόημα ἀπὸ γραπτὰ σημάδια σὲ προφορικὴ μορφή εἶναι διαδικασία τόσο εὐχάριστη ὅσο εἶναι περίπλοκη, εἰδικὰ ὅταν δὲν βρίσκεται κανεὶς νὰ μιλᾷ αὐτὴν τὴν παλαιὰ γλῶσσα.

Ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ δομεῖται τὸ ποίημα, διαισθάνομαι πὼς ἀπευθύνεται στὸν ἴδιον τὸν μικρὸν ἀδελφὸ τῆς Σαπφοῦς καὶ ὄχι σὲ «κάποιον ἄλλο» ἢ στὴν «μητέρα τους», ὅπως προτείνεται ἀρχικῶς, ποὺ ὀφείλεται στὴν ἔλλειψι οἱασδήποτε σχετικῆς ἀμέσου ἀναφορᾶς.. Ἂν ἡ ἐπιλογὴ εἶναι μεταξὺ α´) ἑνὸς μετρίου ποιήματος μιᾶς νεαρᾶς Σαπφοῦς ποὺ παραπονιέται σὲ ἀγνώστους γιὰ ἕνα γκρινιάρικο ἀγοράκι καὶ β´) μία στοργικὴ ἀδελφὴ ποὺ τρυφερὰ μιλᾷ ἀπ᾽εὐθείας σὲ ἕνα λυπημένο ἀδελφάκι της μὲ ἀριστοτεχνικό τρόπο, διαλέγω σίγουρα τὸ δεύτερο…

Ἡ ποίησις τῆς Σαπφοῦς, ἢ τὸ ἐλάχιστο τέλος πάντων ποὺ γνωρίζομε, εἶναι ποίησις λεπτή ποὺ ἀκούγεται καὶ ὡς τέτοια. Δὲν φωνάζει, δὲν διαλαλεῖ στὰ πλήθη, δείχνει κατανόησι, διαθέτει μέσα της μεγάλον ψυχικὸ χῶρο. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἰσχυρὰ μὲ κατευθύνει στὴν ἐπιλογὴ ὅτι τὸ ποίημα εἶναι ὁ λόγος της πρὸς τὸν μικρὸ Λάριχο, εἶναι ἡ τελικὴ στροφή. Ἐκεῖ μιλᾷ στὸ τρίτο μὲν πρόσωπο, ποὺ παραπλανητικὰ ἀλλὰ δικαιολογημένα ὁδηγεῖ τοὺς εἰδικούς νὰ ὑποθέσουν πὼς πράγματι ἀπευθύνεται σὲ κάποιον τρίτο.
Ἔχοντας ἀνατραφῇ στὴν Ἑλλάδα, θυμᾶμαι παιδάκι καὶ τὸν ἑαυτόν μου καθισμένο στὰ γόνατα ἀγαπητῶν συγγενῶν ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ καταπραΰνουν ἢ νὰ διασκεδάσουν τὶς μικρές μου παιδικὲς δυστυχίες, ψιθυρίζοντας ἢ ἀστειευόμενοι στὸ τρίτο πρόσωπο. Ἦταν ἕνας διακριτικὸς τρόπος νὰ ὁρμηνεύσουν τοὺς μικρότερους, χωρὶς νὰ δείξουν τὸν δικό τους ἐκνευρισμὸ ἢ ἀνησυχία καὶ χωρὶς νὰ δίδουν ἀπ᾽εὐθείας ἐντολές, ποὺ θὰ ἐπεδείνωναν μᾶλλον τὴν θλῖψι ἢ θὰ προκαλοῦσαν αἴσθησι ἐγκατάλειψης.

Τὸ ποίημα εἶναι ἔργο τέχνης καὶ ὡς τέτοιο, ὁποιοσδήποτε προσωπικὸς δεσμός μαζὶ του, τοῦ παρέχει καὶ ὑπαρξιακὸ δικαίωμα. Καθῶς οἱ εἰδικοὶ παπυρολόγοι καὶ φιλόλογοι ἐπιτελοῦν τὸ δικό τους ἔργο, ποὺ μπορεῖ στὸ τέλος νὰ ἀπαιτήσῃ καὶ δικαιοῦται μία διαφορετικὴ ἀπόδοσι τοῦ νέου ποιήματος, ἕως τότε ὁ ζυγὸς γιὰ μένα κλίνει πρὸς μία μόνο πλευρά.
Ἡ Σαπφώ μου ἴσως εἶναι ἀκόμη νεαρά, ἀλλὰ ἤδη ἐξαίσια! Ἔστω κι ἂν τὸ ποίημα μποροῦσε ν᾽ ἀποδειχθῇ παραχάραξις, εἶναι μάλιστα ἐπιτυχής.


Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπόδοσις τοῦ «νέου» ποιήματος, σὲ ἀνασυντεθειμένη ἀρχαιοελληνικὴ προφορά, ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Στρατάκη.

Ἀκρόασις πατῶντας τὸ κοντὰ στὸ κείμενο. Πατῆστε ϗ σύρατε τὸν φαιὸ δακτύλιο ποὺ θὰ ἐμφανισθῇ, γιὰ νὰ ἀκούσετε τὰ προηγούμενα ἢ ἑπόμενα.


Σαπφώ, στὸν μικρὸν ἀδελφό :


λλ’ ἄϊ θρύλησθα Χάραξον ἔλθην
νᾶϊ σὺν πλήαι. τὰ μέν οἴομαι Ζεῦς
οἶδε σύμπαντές τε θέοι· σὲ δ᾽οὐ χρῆ
ταῦτα νόησθαι,

ἀλλὰ καὶ πέμπην ἔμε καὶ κέλεσθαι
πόλλα λίσσεσθαι βασίληαν Ἤραν
ἐξίκεσθαι τυίδε σάαν ἄγοντα
νᾶα Χάραξον

κἄμμ’ ἐπεύρην ἀρτέμεας. τὰ δ’ ἄλλα
πάντα δαιμόνεσσιν ἐπιτρόπωμεν·
εὐδίαι γὰρ ἐκ μεγάλαν ἀήταν
αἶψα πέλονται.

τῶν κε βόλληται βασίλευς Ὀλύμπω
δαίμον’ ἐκ πόνων ἐπάρωγον ἤδη
περτρόπην, κῆνοι μάκαρες πέλονται
καὶ πολύολβοι·

κἄμμες, αἴ κε τὰν κεφάλαν ἀέρρη
Λάριχος καὶ δή ποτ᾽ ἄνηρ γένηται,
καὶ μάλ’ ἐκ πόλλαν βαρυθυμίαν κεν
αἶψα λύθειμεν.


Μὰ ὅλο μουρμουρίζεις πὼς ἔρχεται ὁ Χάραξος
μὲ πλοῖο γεμάτο. Ἀλλὰ τοῦτα νομίζω, ὁ Δίας
τὰ γνωρίζει κι ὅλοι οἱ θεοί· δὲν χρειάζεσαι
νὰ τὰ συλλογιέσαι,

 
στεῖλε με μόνο καὶ ὅρισέ μου
πολύ νὰ παρακαλέσω τὴν βασίλισσα Ἥρα,
νὰ πεισθῇ καὶ σῶο νὰ φέρῃ
γρήγορα τὸ καράβι του

 
καὶ νὰ μᾶς βρῇ ἀκέραιους. Ὅλα τ᾽ἄλλα
ἂς τ᾽ἀφήσωμε στοὺς θεούς·
Οἱ καλοκαιριές, τὴ μεγάλη θύελλα
γρήγορα ἀκολουθοῦν.

 
Αὐτούς ποὺ θέλει ὁ βασιληὰς τοῦ Ὀλύμπου,
ἄγγελο κι ὅλας ἔστειλε γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσῃ
στοὺς πόνους· κι εἶναι μακάριοι
καὶ πανευτυχεῖς.

 
Κι ἐμεῖς, ἂν σηκώσῃ αὐτὴν τὴν κεφαλή
ὁ Λάριχος καὶ κάποτε γίνῃ ἄνδρας,
σίγουρα ἀπὸ τέτοια μεγάλη στενοχώρια
γρήγορα θ᾽ἀπαλλαγοῦμε.


στὸν ΣυΣωλῆνα (sic) :



 

Δωρεὰν Ἀνάκτησις :


κουμπὶ ἀναπαραγωγῆς
For the time being the website is updated only in English. Thank you!
Our Ancient Greek publications and productions will first appear at our new website: AncientGreek.eu
+